NdGzzpZ9Sli_-Q4Pn0WemvVliwQ Άρες μάρες-Ημερολόγιο ©: Μαΐου 2014

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Είναι Κάτι Μέρες

Πρωινό ξύπνημα στις τρεις και κάτι.
Δουλειά μέχρι τις δώδεκα.
Τιμολόγια, παραγγελίες, πιστωτικά, τηλέφωνα.
Επιστροφή σπίτι με ενδιάμεση στάση στο σούπερ μάρκετ για ψώνια.
Φαγητό με τα παιδιά.
Ύπνος.
Απογευματινός καφές στην βεράντα.
Περατζάδα στο φεισμπουκ..
Διάβασμα.
Μισή ώρα στατικό ποδήλατο.
Έξι χιλιόμετρα.
Ιδρώτας.
Ντους.
Καυγάς με τ' αστροπελέκια.

- δεν γράφουν εξετάσεις με το κινητό στο χέρι.
- διάβασα.
- πότε; γιατί εγώ δεν σε είδα να διαβάζεις, αντίθετα σε βλέπω με ένα κινητό στο χέρι συνέχεια.
- δεν είσαι εδώ συνέχεια, διάβασα το πρωί που έλειπες στην δουλειά.
- αυτό πια να τα κάνεις όλα όταν λείπω κι όταν είμαι εδώ τίποτα.. με ξεπερνάει.
- ε, τί να σου κάνω αφού έτσι έγινε, δεν σου λέω ψέμματα.
- μη μου φωνάζεις εμένα.
- δεν φωνάζω, σου εξηγώ.





Νεύρα και μούτρα.
Και γκρίνια, πολλή γκρίνια.
Κι αυτό το αίσθημα της απογοήτευσης νά' το πάλι εδώ.
Είναι κάτι μέρες που όλα φαντάζουν μαύρα.
Είναι κάτι μέρες που τίποτα δεν έχει νόημα.
Είναι κάτι μέρες που νομίζεις πως η χαρά κάπου κρύφτηκε για να σου κάνει πλάκα.
Είναι κάτι μαύρες μέρες.
Όχι έξω, έξω έχει λιακάδα, έχει φως.
Μέσα σου είναι η μαυρίλα.
Μέσα σου είναι το σκοτάδι.
Και δεν σου αρέσει γαμώτο.
Δεν σου αρέσει καθόλου να είσαι έτσι.
Να νιώθεις έτσι.
Και θυμώνεις με τον εαυτό σου.
Και λες.. δεν μπορεί..
Κάποια στιγμή θα ξεκουμπιστεί να φύγει η μαυρίλα.
Δεν την θέλω.
Ουστ!
Κάποια στιγμή θα φανερωθεί ξανά η χαρά.
Όχι τίποτα σπουδαίο.. αυτή η ήσυχη ρουτινιάρικη χαρά της καθημερινότητας.
Που καταλαβαίνεις πόσο πολύτιμη είναι όταν την χάσεις, όταν σου κρυφτεί.
Κι ελπίζεις πως κάποια στιγμή θα βγεί απ' την κρυψώνα της..
Κάποια στιγμή θα γίνει η ανατροπή μέσα σου κι όλα θα πάρουν και πάλι την θέση τους.
Τη σωστή τους θέση.
Θα έρθουν στα ίσα τους .. κι εσύ μαζί τους.
Άντε να δούμε..



Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Όλα Είναι Ατμός

Σας πήρα απ' τα μούτρα όλο αυτόν τον καιρό με το ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη και η αλήθεια είναι πως σας έπρηξα.
Κάποιοι ίσως να σκέφτηκαν "πήγε κι αυτή ένα ταξίδι και το έκανε θέμα!"
Αλήθεια είναι.
Ξέρετε πόσα χρόνια είχα να ταξιδέψω στο εξωτερικό;
Σχεδόν δεκαπέντε.
Εξ' ου και ο ενθουσιασμός και τα "γιούπυ, γιούπυ, γιούπυ" και οι αναρτήσεις στη σειρά που κόντεψαν να σας κάνουν τα νεύρα τσατάλια.
Τέλειωσε όμως κι αυτό, (δόξα σοι ο Θεός θα πείτε εσείς), όπως τελειώνουν όλα τα ωραία (θα πω εγώ).
Διότι "όλα είναι ατμός" - Θρασύβουλας.
Μάζεψα λοιπόν όλα τα ενθύμια - αποκόμματα εισιτηρίων, μουσείων,προσπέκτους, χάρτες, ακόμα και αποδείξεις εστιατορίων- τα έβαλα σε φάκελο, έγραψα κι απ' έξω "ΕΝΘΥΜΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ" , τά' κλεισα σε ένα κουτί πάνω στο γραφείο μου και πάπαλα.
Γυρίζουμε στα καθημερινά μας από δω και μπρος.
Στα μαθήματα φωτογραφίας και στα καινούργια που προστέθηκαν την βδομάδα που μας πέρασε, αυτά της εσωτερικής διακόσμησης.
Και βέβαια σταθερή αξία το διάβασμα.






Ειδικά τώρα που καλοκαιριάζει δεν υπάρχει καλύτερο από το άραγμα στην βεράντα μ' ένα βιβλίο στο χέρι και κάθε φορά που σηκώνεις το βλέμμα αυτό να χάνεται στο γαλάζιο της θάλασσας.






Γιατί τά' χουμε ξαναπεί.
Μπορεί τον χειμώνα, οι κατοικούντες στην εξοχή,  να σιχτιρίζουμε τις λάσπες και τον αέρα που λυσσομανά και νομίζεις πως όπου νά' ναι απογειωνόμαστε, όμως το καλοκαιράκι που μπορείς να κοιμάσαι τα βράδια δίχως aircondition και που απολαμβάνεις την θάλασσα "πιάτο" μπροστά στα μάτια σου αποζημιώνεσαι και με το παραπάνω.
Τέρμα λοιπόν οι ταξιδιωτικές αναρτήσεις, φτου κακά στο στόμα μου, και πάμε ξανά στα καθημερινά, τα γνωστά μας.

Καλή εβδομάδα όμορφοι!




Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Τελευταία Μέρα Και Επιστροφή

Η τελευταία μέρα στην Κωνσταντινούπολη ήταν χαλαρή.
Έτσι κι αλλιώς τα πιο σημαντικά τα είχαμε δει, οπότε ξεκινήσαμε μετά το πρωινό για να δούμε την Βασιλική Δεξαμενή που την είχαμε αφήσει για το τέλος.
Για να είμαι ειλικρινής επειδή είχα κουραστεί αφάνταστα πήγαινα με μισή καρδιά.
Κι όταν είδα την ατέλειωτη ουρά στην είσοδο, έτοιμη ήμουν να στραφώ και να φύγω.
Όταν όμως κατεβήκαμε τα 52 σκαλοπάτια άνοιξα το στόμα σα χάνος και σκέφτηκα τί  θα έχανα αν τελικά δεν ερχόμασταν!





 Μια μεγάλη και υπέροχη κατασκευή που χρονολογείται απ’ το 542 και δημιουργήθηκε επί Ιουστινιανού.
336 στύλοι με 9 μέτρα ύψος ο καθένας!
Η δεξαμενή κάλυπτε μια έκταση 9800 τετραγωνικών και είχε χωρητικότητα 100.000 τόνους νερού.
Κατά την διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας παρείχε νερό στα παλάτια και στα γύρω κτίρια, ενώ μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και οι κήποι του Τοπκαπί-παλάτι αρδεύονταν με το νερό της δεξαμενής.
Άξια θαυμασμού τα κιονόκρανα που έχουν στην βάση τους το κεφάλι της μέδουσας σε ανάποδη και σε πλάγια θέση..








 Το σκοτάδι στο εσωτερικό και ο φωτισμός των κιονόκρανων δεν βοηθούσε για να βγάλει κανείς καλές φωτογραφίες, όμως έστω κι έτσι νομίζω πως παίρνετε μια ιδέα του μεγαλείου της κατασκευής!
Όσο περιφέρεσαι στον χώρο ακούς κλασσική μουσική και μας είπαν πως στη Δεξαμενή λόγω της ακουστικής που υπάρχει γίνονται συχνά κονσέρτα..
Ανεβήκαμε ξανά στο φως της μέρας  και βγήκαμε στην πλατεία μπροστά απ’ την Αγιά Σοφιά.








Μας είχε πιάσει μια μελαγχολία στη σκέψη πως ήταν η τελευταία μας μέρα.
Περπατήσαμε στα γνωστά πια μέρη κι ήταν σα να τα αποχαιρετούμε.







Τον … μπατζανάκ (έτσι μας έλεγαν όταν καταλάβαιναν πως είμαστε έλληνες) που πέρασε δίπλα μας..





Τον  «σουλτάνο» που φωτογραφιζόταν έναντι αντιτίμου βεβαίως βεβαίως, με τουρίστες γι’ αυτό και προσπάθησε να με σταματήσει όταν σήκωσα την μηχανή (δίχως να πληρώσω) για να τραβήξω την φωτογραφία.





Επειδή όμως είμαι πολύ πεισματάρα τον προσπέρασα τάχαμου αδιάφορα, στράφηκα στα γρήγορα και .. κλικ!





Εξ ου και η κουνημένη φωτογραφία..
Επόμενη επίσκεψη στο Πανεπιστήμιο



Ή μάλλον στους κήπους του Πανεπιστημίου








Στο δρόμο χάζεψα για τελευταία φορά την μαεστρία αυτών των γυναικών που άνοιγαν φύλλο στην «βιτρίνα» των εστιατορίων





Βολτάραμε στην γέφυρα στο Εμινονού, με τους μόνιμους ψαράδες καθημερινά




Έκλεισα στην ψυχή και στην μνήμη μου  την εικόνα του Βόσπορου





 κι αυτήν όπου ανακατεύεται η ανατολή με την δύση..





Σήκωσα με τρόμο ψυχής (το ομολογώ) την φωτογραφική μηχανή για να απαθανατίσω τούτο το αγριόπραμα που ερχόταν καταπάνω μου.. 





κι είπα μέσα μου «αν δεν μου την σπάσει στο κεφάλι καλά θα είναι».. και δεν μου την έσπασε βέβαια αλλά μέχρι να με προσπεράσει κατουρήθηκα απ’ τον φόβο μου!
Και μετά καθήσαμε κάτω απ’ την γέφυρα σ’ ένα από τα πολλά μαγαζιά που είναι στη σειρά, για καφεδάκι υποτίθεται, αλλά είπα να δοκιμάσω κι ένα σάντουιτς με ψάρι που είναι η τοπική «σπεσιαλιτέ»..





Και το βράδυ γυρίσαμε νωρίς στο ξενοδοχείο για να ετοιμαστούμε..
Θυμάμαι πως καθόμουν μπροστά στην ανοιχτή βαλίτσα κι έλεγα με παράπονο «δεν θέλω να φύγω, άσε με εδώ λίγο ακόμα.. »
Το επόμενο πρωί ξύπνησα πριν από τον Χρήστο και το πρώτο που έκανα ήταν να βγω στο μπαλκόνι για να φυλακίσω μέσα σε λιγοστά κλικ το ξημέρωμα της τελευταίας μέρας πριν την αναχώρηση..





Αποχαιρετίσαμε συγκινημένοι το προσωπικό του ξενοδοχείου που με ευγένεια και προθυμία μας εξυπηρέτησαν όλες τις μέρες της παραμονής μας εκεί.
Ένα τελευταίο κλικ και στο ξενοδοχείο μας φεύγοντας




Και βγήκαμε στους έρημους δρόμους καθώς ήταν Σάββατο και πολύ πρωί ακόμα,  για να πάρουμε το τραμ,











Και μετά το μετρό προς το αεροδρόμιο..





Σε αντίθεση με την πρώτη μέρα, τώρα η Πόλη μας αποχαιρετούσε ηλιόλουστη.













Μια Πόλη που την λάτρεψα.
Μια Πόλη που την ένιωσα πατρίδα μου κι ας μιλούσαν άλλη γλώσσα.
Μια Πόλη που έκλεισα στην καρδιά μου γιατί πέρασα πολύ όμορφα..
Και βέβαια το πρώτο που φωτογράφισα μόλις έφτασα σπίτι ήταν το ίδιο με το πρώτο  που φωτογράφισα φεύγοντας..  οι γλαδιόλες μου!




Θυμόσαστε πώς ήταν εδώ;
Μη μου πείτε..  μέσα σε πέντε μόνο μέρες έγιναν διπλές, έτσι δεν είναι;

Γλυκόπικρο comeback λοιπόν στο σπίτι και την καθημερινότητά μας, εμπλουτισμένο πια  με όμορφες εικόνες και αναμνήσεις!


Καλώς  σας βρήκαμε!



Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Πρωτομαγιά Στην Πρίγκηπο

Tην τέταρτη μέρα του ταξιδιού μας είχαμε προγραμματίσει επίσκεψη στα Πριγκηπόνησα και συγκεκριμένα στην Πρίγκηπο.
Οι μονοήμερες κρουαζιέρες που οργάνωναν τα τουριστικά γραφεία ήταν πανάκριβες, οπότε ρωτώντας μάθαμε από πού έφευγε το καραβάκι κι αποφασίσαμε να πάμε μόνοι μας.
Ξεκινήσαμε λοιπόν εκείνο το πρωινό (που έμελλε να γίνει η αρχή  μιας απρόβλεπτης  μέρας) και φτάσαμε στην στάση του τραμ  για να δούμε με τρόμο πως ήταν κλειστά!
Ήταν Πρωτομαγιά βλέπετε.. κι εμείς καθόλου δεν το είχαμε σκεφτεί.
Ρίχνοντας μια πιο προσεκτική ματιά είδαμε πως η αστυνομία είχε κλείσει τους δρόμους περιμένοντας προφανώς την πορεία που θα περνούσε από κει για να καταλήξει στην πλατεία Ταξίμ..
Όταν όμως η γράφουσα βάλει κάτι στο μυαλό της, δεν υπήρχε περίπτωση να μην γίνει, οπότε γύρισα με φυσικότητα και ρώτησα τον Χρήστο.
-πάμε με τα πόδια;
Αυτό που ξεστόμισα  δεν ήξερα πόσα χιλιόμετρα σήμαινε ,  κάναμε όμως  -με γρήγορο βάδισμα- τρία τέταρτα της ώρας για να φτάσουμε..
Φυσικά το γρήγορο βάδισμα δεν με απέτρεψε απ’ το  να σταματήσω για να φωτογραφίσω αυτό..





Φτάσαμε στην αποβάθρα για να πάρουμε το καραβάκι δέκα λεπτά πριν την αναχώρησή του.
Από την  αίθουσα αναμονής φαινόταν ακριβώς απέναντι το παλάτι Ντολμά Μπαχτσέ για το οποίο έγραφα πριν δυο αναρτήσεις.





Για όσους  μπαίνουν στο ταξίδι  σήμερα μπορούν να ανατρέξουν εδώ για περισσότερες πληροφορίες.
Η μέρα ήταν όμορφη κι εμείς ανεβήκαμε στο κατάστρωμα για να απολαύσουμε την διαδρομή και να χαζέψουμε την ακτή που ξεμάκραινε 





Μετά από λίγη ώρα ταξιδιού το πλοίο σταμάτησε για να πάρει κι άλλους επιβάτες από το Kadikoy.
Τώρα τί συνειρμοί έγιναν στο μυαλό μας θα σας γελάσω, το συμπέρασμα πάντως ήταν πως μας φάνηκε ότι η συγκεκριμένη προβλήτα ήταν η ίδια (τι Κadikoy τι Ortakioy και τα δυο κατέληγαν σε ioy και σε μας φάνηκαν το ίδιο..) που βρισκόταν δυο βήματα απ’ το ξενοδοχείο μας.
Μάλιστα αναρωτηθήκαμε γιατί όταν ρωτήσαμε δεν μας παρέπεμψαν εκεί και μας έστειλαν τόσο μακρύτερα για να πάρουμε το πλοίο! 
Καταλήξαμε λοιπόν πως άπαντες ήσαν κουτοί κι εμείς οι έξυπνοι στον γυρισμό θα κατεβαίναμε εκεί κι όχι στο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε κι έτσι θα γλυτώναμε διαδρομή στην επιστροφή…
Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.. 
Συνεχίσαμε λοιπόν το ταξίδι με χαλαρή διάθεση και με .. πλήρη άγνοια του τί έμελλε να συμβεί.
Με την φωτογραφική ανά χείρας και με γιους ιστιοπλόους δεν θα μπορούσα να μην απαθανατίσω αυτό..





Κάποιοι νεαροί με κιθάρα συνόδευαν με τραγούδια το ταξίδι μας και μπορεί να μην καταλάβαινα την γλώσσα η μουσική όμως ταίριαζε απόλυτα στην διάθεση και πρόσθετε χρώμα και ομορφιά στις στιγμές μας.





και οι γλάροι από κοντά να ακολουθούν την ρότα του πλοίου και να μας συντροφεύουν












Το πρώτο νησάκι ήταν η Αντιγόνη





Την είδαμε μέσα από το πλοίο και συνεχίσαμε το ταξίδι που επόμενη στάση είχε την Χάλκη και  τελικό προορισμό την Πρίγκηπο.
Στην Πρίγκηπο απαγορεύονται τα αυτοκίνητα και οι μετακινήσεις γίνονται με άμαξες ή ποδήλατα.
Πήραμε μια άμαξα λοιπόν για να κάνουμε τον γύρο του νησιού.




Απωθημένο  το’χα να νιώσω λίγο Βουγιουκλάκη και επηρεασμένη από τις τρεις χιλιάδες  πεντακόσιες ογδόντα τρεις  φορές που έχουμε δει το «χτυποκάρδια στο θρανίο» λίγο έλειψε να ξεκινήσω να τραγουδάω..  «καροτσέρη, καροτσέρη άστο καμουτσίκι απ’ το χέρι και μην το χτυπάς».
Έπρεπε όμως να διαλέξω μεταξύ του να χαριεντίζομαι αλά Βουγιουκλάκη και να τραγουδάω,  το οποίο δεν ήθελε και πολύ να περάσει στην σφαίρα του γελοίου,  ή να φωτογραφίζω.
 Κι επειδή δεν είχα προνοήσει να πάρω και μια καπελαδούρα μαζί μου η οποία είναι μαστ για την σκηνή που περιγράφω, αποφάσισα να το βουλώσω και να ασχοληθώ με την φωτογράφιση.
Παρ’ όλους τους κραδασμούς από τον καλπασμό των αλόγων  επέμενα να προσπαθώ να φωτογραφίσω τα υπέροχα αρχοντικά που βρίσκονταν δεξιά και αριστερά μας.
Μεταφερόμουν λοιπόν συνέχεια απ’ την μια μεριά στην άλλη της άμαξας και μουρμούραγα κάθε φορά που δεν προλάβαινα να τραβήξω κάποιο όμορφο τοπίο ή σπίτι..








Στα μισά της διαδρομής,  ζαλισμένη από τα πήγαινε-έλα στην άμαξα,   σταματήσαμε για μια σύντομη ανάπαυλα και βρήκα ευκαιρία να μείνω λιγάκι σταθερή  και να πιω μια γουλιά νερό για να συνέλθω.






η διαδρομή συνεχίστηκε  δίπλα από λιβάδια





Και όμορφα αρχοντικά












Κι όταν πια φτάσαμε στο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε, αφήσαμε την άμαξα και  περπατήσαμε στα δρομάκια του νησιού









Τώρα μπορούσα επιτέλους να φωτογραφίζω με σταθερό χέρι τα όμορφα σπίτια, όπως το επόμενο που μάλιστα είχε πωλητήριο και σιχτίρισα την «άτιμη ζωή που άλλους τους ανεβάζει κι άλλους τους κατεβάζει κύριε Πετροχείλο μου» .. και την τύχη μου που μου έλειπαν κάτι … λίγα (;) για να το αποκτήσω..






Πιο κάτω,  περνώντας έξω από το κατακόκκινο ανοιχτό παράθυρο  ακούσαμε  ένα τραγούδι, ένα ελληνικό τραγούδι..

«είσαι ο ήλιος πού’χει  γίνει επικίνδυνος
και κάθε μέρα καίει την επιδερμίδα μου
απ’ τους πολλούς πολιτικούς κι εσύ είσαι ένας απ’ αυτούς
που ξεπουλάνε μ’ ευκολία την πατρίδα μου»

α ρε Καιτούλα,  σκέφτηκα, α ρε πατρίδα!
Τόσα χιλιόμετρα μακριά απ’ την Ελλάδα αρκούσε ένα τραγούδι και η φωνή της Γαρμπή για να σε κάνει ν’ ανατριχιάσεις..





Βολτάραμε στην ακροθαλασσιά







Αλλά και στα στενά δρομάκια χαζεύοντας  τις πραμάτειες  στα διάφορα μαγαζιά




Και  γευτήκαμε πεντανόστιμους λουκουμάδες







Αργά το μεσημέρι αποφασίσαμε να πάρουμε  το καραβάκι για την επιστροφή μας.
Μια «στάση»  πριν φτάσουμε στο Kabatas απ’ όπου ξεκινήσαμε το πρωί,  κατεβήκαμε σίγουροι πως η συγκεκριμένη στάση ήταν πιο κοντά στο ξενοδοχείο μας.
Βγήκαμε απ’την προβλήτα και περάσαμε την  λεωφόρο απέναντι.
Ό,τι βλέπαμε ήταν πολύ οικείο και γνώριμο και εμείς βολτάραμε σίγουροι πως λίγο πιο πέρα ήταν η «βάση» μας.
Κάπου είδαμε ένα παζάρι και τραβήξαμε προς τα εκει περίεργοι που  δεν το είχαμε προσέξει τις προηγούμενες μέρες.
Πέρασε πολύ ώρα χαζεύοντας στα μικρά μαγαζάκια του παζαριού κι αφού χορτάσαμε βιτρίνες βγήκαμε πάλι  στους δρόμους  της πόλης.
Κάποια στιγμή είδαμε να ανηφορίζει τον δρόμο το μικρό παλιό τραμάκι , σαν εκείνο που είχαμε πάρει στην Istaklal και παραξενευτήκαμε μιας και δεν γνωρίζαμε να υπάρχει κι άλλο παλιό τραμ στην πόλη εκτός από εκείνο.






Παρ’ όλα αυτά τίποτα δεν μας είχε ανησυχήσει ………..       ακόμα!
Επειδή όμως η ώρα είχε περάσει κι εμείς είχαμε αρχίσει να κουραζόμαστε επικίνδυνα  αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο.
Η κατεύθυνση που πήραμε και υπολογίζαμε πως θα μας βγάλει στο ξενοδοχείο μας οδήγησε σε άγνωστα μέρη.
Η κούραση μας είχε καταβάλει κι αποφασίσαμε να ρωτήσουμε δυο νεαρές περαστικές κοπέλες.
Τους είπαμε την περιοχή του ξενοδοχείου μας (κάτι σαν την δική μας Πλάκα) κι εκείνες γούρλωσαν τα μάτια.
Άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους έντονα.
Μαύρα φίδια μας έζωσαν..  ρώτησα στα αγγλικά αν ήμασταν μακριά κι αν έπρεπε να πάρουμε κάποιο λεωφορείο (bus) για την επιστροφή μας.
-νο, νο μπας,  απάντησε η μια και παράλληλα έψαχνε στο κινητό την λέξη που ήθελε να μας πει
-boat!  αναφώνησε μετά από λίγο και τότε συνειδητοποιήσαμε πως είχαμε κατέβει σε λάθος σημείο.
Η στάση που μας φάνηκε πως ήταν κοντύτερα στην περιοχή του ξενοδοχείου μας ήταν σε τελείως διαφορετική πόλη!
Για να καταλάβετε θα σας δώσω ένα παράδειγμα, αντί να κατέβουμε (φανταστείτε) στην Ραφήνα εμείς κατεβήκαμε απέναντι.. στο Μαρμάρι της Εύβοιας!
Τράτζικ!
Έπρεπε να γυρίσουμε να πάρουμε το επόμενο καραβάκι για το Κabatas.
Φτάσαμε στην προβλήτα ασθμαίνοντας την ώρα που ο ελεγκτής έκλεινε την μεγάλη σιδερένια καγκελόπορτα.
Δυο λεπτά αφότου μπήκαμε το καραβάκι ξεκίνησε.. ήταν το τελευταίο της ημέρας!
Μεγάλη τύχη μες την ατυχία μας..
Μετά απ’ αυτή την περιπέτεια και το εξοντωτικό περπάτημα αποφασίσαμε πως ήταν η κατάλληλη μέρα για να απολαύσουμε ένα χαμάμ.
Η μέρα μας λοιπόν έκλεισε στο παλαιότερο χαμάμ της Κωνσταντινούπολης το Τσεμπερλίτας, φαγητό στο εστιατόριο και μετά συρθήκαμε εξοντωμένοι μέχρι το ξενοδοχείο για ύπνο.



συνεχίζεται..



--